Ronald Meinardus: “Σώζεται το ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle;”

Ο Ronald Meinardus δημοσίευσε στις 13 Μαΐου 2926 στο protagon.gr ένα άρθρο του για την σωτηρία της Deutsche Welle{

Οι πολυάριθμες πολιτικές και διπλωματικές παρεμβάσεις, καθώς και μια εν μέρει συντονισμένη δημόσια εκστρατεία κατά του «λουκέτου», αρχίζουν να παράγουν τα πρώτα αποτελέσματα. Επισήμως δεν έχει επιβεβαιωθεί τίποτε, ωστόσο από διαφορετικές πλευρές διαρρέει ότι η τελευταία λέξη για το μέλλον του προγράμματος δεν έχει ακόμη ειπωθεί

Πριν από κάτι περισσότερο από μία εβδομάδα, ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ επισκέφθηκε την Αθήνα. Ηταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη γερμανού υπουργού στην Ελλάδα μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, πριν από ακριβώς έναν χρόνο. Και μόνο αυτό το γεγονός θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη ότι σε αυτή τη γεωπολιτικά ταραχώδη περίοδο η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων του Βερολίνου. Ωστόσο στους διπλωματικούς κύκλους επικρατεί ικανοποίηση για τα αποτελέσματα της επίσκεψης: στα μεγάλα ζητήματα –όπως επισημαίνεται από γερμανικής πλευράς– Αθήνα και Βερολίνο κινούνται στην ίδια γραμμή, είτε πρόκειται για το Ουκρανικό είτε για τον πόλεμο στο Ιράν είτε για την κατάσταση στα Βαλκάνια. Ο Γιόχαν Βάντεφουλ είχε μεταβεί επίσης στην Ελλάδα με εντολή να προωθήσει τα συμφέροντα της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας, τα οποία το τελευταίο διάστημα έχουν χάσει έδαφος στην ελληνική αγορά. Στόχος είναι «η σημαντική διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Ελλάδα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός. Ωστόσο στις συνομιλίες του με τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών δεν κυριάρχησαν μόνο τα ζητήματα των αρμάτων μάχης, των υποβρυχίων και των συνεπειών των γεωστρατηγικών ανακατατάξεων. Το ότι δεν παραγκωνίστηκε η τύχη μιας κατεξοχήν πολιτισμικής συνεργασίας, η οποία εδώ και δεκαετίες λειτουργεί ως γέφυρα αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, οφείλεται στην παρέμβαση του Γιώργου Γεραπετρίτη. Στην κοινή συνέντευξη Τύπου, ο έλληνας οικοδεσπότης δεν αναφέρθηκε ρητά στο ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle. Ωστόσο στους παριστάμενους δημοσιογράφους έγινε αμέσως σαφές ότι με διπλωματική και έμμεση διατύπωση ασκούσε κριτική στην επικείμενη διακοπή του ελληνόφωνου προγράμματος του γερμανικού δημόσιου διεθνούς ραδιοτηλεοπτικού φορέα, ζητώντας παράλληλα τη διατήρησή του: «Πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι ενημέρωσης που για δεκαετίες είχαν δημιουργήσει ένα πλαίσιο όχι απλώς ενημέρωσης, αλλά και αμοιβαίας κατανόησης, και δεν είχαν κλείσει ούτε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα», ήταν η έκκληση του υπουργού. Ο γερμανός υπουργός δεν μπορούσε να αποφύγει να τοποθετηθεί στην Αθήνα για το ζήτημα που από τα μέσα Φεβρουαρίου ρίχνει σκιά στις κατά τ’ άλλα σε μεγάλο βαθμό αδιατάρακτες ελληνογερμανικές σχέσεις. Οπως δήλωσε ο Βάντεφουλ, λυπάται για την απόφαση, διευκρίνισε ωστόσο στη συνέχεια ότι το υπουργείο του δεν διαθέτει την αρμοδιότητα να παρέμβει στην αυτονομία του ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Τυπικά ο Βάντεφουλ έχει δίκιο. Ομως το ζήτημα του ελληνικού προγράμματος έχει πλέον αποκτήσει πολιτική και διπλωματική διάσταση, η οποία αγγίζει τα συμφέροντα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Το επεισόδιο στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών καταδεικνύει ότι η ξαφνική ανακοίνωση της διακοπής του ελληνικού προγράμματος στα μέσα Φεβρουαρίου εξακολουθεί να βρίσκεται στην ατζέντα των διμερών σχέσεων. Και κάτι ακόμη έγινε σαφές: κυρίως η ελληνική πλευρά –και συγκεκριμένα το ελληνικό κράτος– δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει την υπόθεση να περάσει χωρίς συνέχεια. Στο μεταξύ πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι πολυάριθμες πολιτικές και διπλωματικές παρεμβάσεις, καθώς και μια εν μέρει συντονισμένη δημόσια εκστρατεία κατά του «λουκέτου», αρχίζουν να παράγουν τα πρώτα αποτελέσματα. Επισήμως δεν έχει επιβεβαιωθεί τίποτε, ωστόσο από διαφορετικές πλευρές διαρρέει ότι η τελευταία λέξη για το μέλλον του προγράμματος δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Για «μια αχτίδα ελπίδας» κάνουν λόγο μέλη της ελληνικής σύνταξης, που επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις. Από ανώτερα κλιμάκια της Deutsche Welle στη Βόνη διαμηνύεται ότι θα καταβληθεί προσπάθεια «να σωθεί κάτι». Αλλά και ο υπουργός Επικρατείας για θέματα Πολιτισμού και ΜΜΕ, Βόλφραμ Βάιμερ, ο οποίος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, φέρεται να άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας «επανεξέτασης της απόφασης», εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο. Πάνω απ’ όλα κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι υπεύθυνοι υποτίμησαν την πολιτική βαρύτητα των ενεργειών τους και δεν ανέμεναν την ένταση των αντιδράσεων. Το τελευταίο διάστημα, κορυφαία γερμανικά μέσα ενημέρωσης ασχολήθηκαν εκτενώς με την υπόθεση του ελληνικού προγράμματος, μεταξύ αυτών η Frankfurter Allgemeine Zeitung και η εβδομαδιαία εφημερίδα DieZeit· και τα δύο έντυπα παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή στους πολιτικούς κύκλους. Είχε προηγηθεί η προσπάθεια να προκληθεί, μέσω αναφοράς προς τη γερμανική Βουλή –δηλαδή μέσω μιας διαδικασίας άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής– συζήτηση της απόφασης στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, προκαλώντας αισθητή εντύπωση. Παρότι η πρωτοβουλία απείχε σημαντικά από τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών, ο Μάριαν Βεντ, εκ των πρωτεργατών της πρωτοβουλίας και επικεφαλής του Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ, ο οποίος έχει πλέον επιστρέψει από την Αθήνα στη Γερμανία, αποτιμά θετικά το εγχείρημα. Η αναφορά και η παράλληλη δημόσια εκστρατεία αποτέλεσαν, όπως δήλωσε, «σημαντικό στοιχείο της προσπάθειας για τη διατήρηση του προγράμματος». Για τον λόγο αυτόν ο επικεφαλής του Ιδρύματος, ο οποίος διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις στους κυβερνητικούς κύκλους, εμφανίζεται «συγκρατημένα αισιόδοξος ότι θα βρεθεί μια αποδεκτή λύση για τη διατήρηση του προγράμματος». Το πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια τέτοια λύση παραμένει προς το παρόν απολύτως ασαφές και μέχρι σήμερα δεν αποτελεί αντικείμενο συγκεκριμένων διαπραγματεύσεων. Παρότι κορυφαία στελέχη της DeutscheWelle παραδέχονται κατ’ ιδίαν ότι η δραστική απόφαση για το κλείσιμο του προγράμματος υπήρξε λανθασμένη, καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να το αναγνωρίσει δημόσια. «Η πρόκληση τώρα είναι να βρεθεί μια διέξοδος χωρίς καμία πλευρά να χάσει το καλό της πρόσωπο», λέει άνθρωπος εκ των έσω της Deutsche Welle. Μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου τον Απρίλιο, όπου το ζήτημα τέθηκε επί τάπητος χωρίς όμως, απ’ όσο είναι γνωστό, να ληφθεί κάποια απόφαση, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στον Σεπτέμβριο. Τότε, σύμφωνα με πληροφορίες από διάφορες πλευρές, αναμένεται να ληφθούν οι καθοριστικές αποφάσεις. Οι υποστηρικτές του προγράμματος σκοπεύουν στο μεταξύ να συνεχίσουν την κινητοποίησή τους κατά του κλεισίματος. Η Eνωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) έχει στηρίξει ενεργά την εκστρατεία ήδη από την πρώτη στιγμή και πλέον συγκεντρώνει υπογραφές για ανοιχτή επιστολή προς τον υπουργό Επικρατείας Βόλφραμ Βάιμερ. Από καλά πληροφορημένες πηγές στο Βερολίνο αναφέρεται ότι οι πρέσβεις της Ελλάδας και της Κύπρου σχεδιάζουν περαιτέρω διπλωματικές πρωτοβουλίες για το ζήτημα. Είναι γνωστό ότι οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών είχαν προβεί τον Μάρτιο σε συντονισμένο διάβημα προς τον γερμανό ομόλογό τους. Είχαν προηγηθεί δημόσιες δηλώσεις δυσαρέσκειας από τους προέδρους των Κοινοβουλίων Ελλάδας και Κύπρου. Η σχεδιαζόμενη διακοπή του προγράμματος συνιστά «υποβιβασμό μιας επίσημης γλώσσας δύο κρατών-μελών της ΕΕ, της Ελλάδας και της Κύπρου», δήλωσε στα τέλη Μαρτίου ο Νικήτας Κακλαμάνης, Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και, βάσει του πρωτοκόλλου, τρίτος τη τάξει πολιτειακός παράγοντας της χώρας. Οι αντιδράσεις στη σχεδιαζόμενη διακοπή του ιστορικού προγράμματος αποκαλύπτουν μια βαθιά ασυμμετρία στις αντιλήψεις και τις προτεραιότητες των δύο πλευρών. Ενώ η γερμανική πλευρά αντιμετωπίζει την υπόθεση ως μέρος μιας δημοσιονομικής εξυγίανσης με στόχο την εξοικονόμηση πόρων ύψους περίπου 650.000 ευρώ ετησίως –τόσο κοστίζει το ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle στον γερμανό φορολογούμενο–, για την ελληνική πλευρά το διακύβευμα αφορά πρωτίστως την προστασία της γλώσσας. Η προστασία και η υπεράσπιση της ελληνικής γλώσσας αποτελούν στοιχείο κρατικής ευθύνης και εθνικής αποστολής, ακόμη και όταν –όπως στην περίπτωση της DeutscheWelle– ο φορέας βρίσκεται εκτός του πεδίου άμεσης αρμοδιότητάς της. Ο δρ Ρόναλντ Μάιναρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και διετέλεσε επικεφαλής της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle από το 1993 έως το 1996.

Σώζεται το ελληνικό πρόγραμμα της Deutsche Welle;